Top Navigation Menu

«ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟ ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΕΞΗ… ΟΡΕΞΗ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙΣ ΚΑΤΙ, ΤΟ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ»

14Φέτος το χειμώνα, ο γνωστός ηθοποιός Νίκος Κουρής συμπρωταγωνιστεί σε μια από τις πιο πετυχημένες παραστάσεις της χρονιάς, τον «Πουπουλένιο» του πολυβραβευμένου Ιρλανδού συγγραφέα Martin Mc Donagh, στο θέατρο Αθηνών μαζί τους Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Γιώργο Πυρπασόπουλο και Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο.

Η παράσταση διαδραματίζεται σε ένα άγνωστο, αυταρχικό καθεστώς, ένας συγγραφέας ανακρίνεται από δύο αστυνομικούς ερευνητές για τις παράξενες ιστορίες που έχει γράψει. Ιστορίες με παιδιά. Όχι, όμως, “για παιδιά”. Κάποιες αστείες και τρυφερές, κάποιες σκληρές και ζοφερές.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙEΣ: MARILENA VAINANIDI


– Στον «Πουπουλένιο» που ανεβαίνει φέτος στο θέατρο «Αθηνών», υποδύεσαι τον ανακριτή, πες μας λίγα λόγια για την παράσταση και τον ρόλο σου.
– Βασικά είναι δύο ρόλοι που συνδέονται μεταξύ τους. Ο δικός μου και του Οδυσσέα (Παπασπηλιόπουλος). Είμαστε οι δύο ανακριτές εγώ είμαι ο νούμερο ένα και ο Οδυσσέας ο νούμερο δύο. Ουσιαστικά στο έργο συναντώνται δυνάμεις εξουσίας και δυνάμεις αυθαιρεσίας πάνω σε ανθρώπους που είναι καλλιτέχνες. Πρόκειται για ένα έργο που έχει μια αστυνομική επιφανειακή πλοκή, στην ουσία όμως μιλάει για την αναγωγή της πραγματικότητας σε τέχνη και πως αυτό το πράγμα επηρεάζει τους ανθρώπους, καθορίζει τις ζωές τους, γίνεται παράδειγμα προς αποφυγήν ή προς μίμηση -η τέχνη πάντα- ως αποτέλεσμα. Ένα έργο που έχει σχέση με το παραμύθι…

– Η παράσταση για πολλούς, είναι ένα συνταρακτικό θρίλερ που θίγει τα παιδικά βιώματα. Υπάρχει άραγε “γιατρικό” να τα ξεπεράσουμε;
– Νομίζω ότι αυτό δεν γίνεται, να ξεπεράσουμε κάτι που ζήσαμε. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν γίνεται. Είναι “δώρο”  και να έχει κανείς καλά παιδικά χρόνια. Δεν ξεπερνιέται τίποτα, ότι σου συμβεί απλά το κουβαλάς, δεν το ξεπερνάς. Κάνεις ότι το ξεχνάς ή κάνεις ότι δεν υπάρχει… Αυτό πάντως που προτείνει το έργο ως τρόπο ζωής, είναι να μην μεγαλώσεις. Δηλαδή όχι να μην αναλάβεις τις ευθύνες της ενηλικίωσης, αλλά να μην πεθάνεις, να μη σβήσεις αυτή την παρόρμηση του παιδιού, αυτή τη δημιουργικότητα του παιδιού και τη φόρα για ζωή.  Αυτό νομίζω ότι είναι λίγο – πολύ το έργο. Της τέχνης το συνώνυμο είναι η όρεξη. Όρεξη να φτιάξεις κάτι, το οτιδήποτε. Με αυτή την έννοια τέχνη είναι πολλά πράγματα, ένα ζευγάρι παπούτσια, μια φραντζόλα ψωμί. Εάν κάποιος φτιάχνει ψωμί με τέχνη και αγάπη όλα μπορούν να είναι μοναδικά. Υπό αυτή την έννοια εννοώ τέχνη, δεν εννοώ μόνο ένα καλλιτεχνικό έργο, αλλά το οτιδήποτε κάνει κανείς με όρεξη. Για να διατηρήσεις αυτή την όρεξη πρέπει να μείνεις κοντά σε αυτή την πρώτη φόρα που έχει η παιδική παρόρμηση.

– Στην εποχή της κρίσης (οικονομικής και κοινωνικής), πόσο επίκαιρος είναι ο «Πουπουλένιος»;
– Δεν θεωρώ ότι ένα έργο είναι επίκαιρο ή δεν είναι, ανάλογα με την επικαιρότητα της εφημερίδας. Πιστεύω ότι μια παράσταση είναι ή δεν είναι επίκαιρη πάντα σε μια συνάρτηση με το… πώς την κάνεις. Εάν ένα έργο είναι καλό είναι και πολιτικό, είναι και επίκαιρο με την έννοια της διαχρονικότητας που έχει, δηλαδή ότι κάτι δεν τελειώνει με την εφημερίδα ή με την πληροφορία της επικαιρότητας. Το συγκεκριμένο έργο το αγαπήσαμε, μας αρέσει, για αυτό το διαλέξαμε τώρα εάν είναι επίκαιρο ούτε που μας απασχολεί. Μας ενδιαφέρει ο κόσμος παρακολουθώντας την παράσταση, να ξεχαστεί και να παίζουμε τους ρόλους μας σωστά, το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

– Τι άλλο τονίζεται έντονα σ’ αυτή την παράσταση;
– Το έργο χρησιμοποιεί -όπως όλα τα καλλιτεχνήματα- διάφορα πράγματα για να μιλήσει για κάτι άλλο. Αυτό είναι η “τεχνική” της τέχνης. Η προσπάθεια είναι να χρησιμοποιήσει κάτι πραγματικό και να το μετασχηματίσει σε κάτι άλλο, ούτως ώστε να μιλήσει γι’ αυτό αλλά με τρόπο που να επιτρέπει, στη φαντασία αυτού που το βλέπει να ανοιχτεί σε περισσότερα πράγματα και να συνδεθεί με τη ζωή του. Είναι ένα εντελές έργο το οποίο πραγματικά είναι πολύ σπουδαίο. Στην παράσταση ουσιαστικά τονίζεται αυτό που βιώνουμε κάθε μέρα με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Δηλαδή την εξουσία και την παρεξήγηση των όσων κάνουμε.

– Ποιά η τοποθέτησή σου για την βία και την αγριότητα της εποχής;
– Εγώ θυμάμαι ότι η αγριότητα και η βία πάντα υπήρχε. Πάντα υπήρχαν και υπάρχουν συμφέροντα που συγκρούονται με διάφορες βίαιες μορφές. Απλά τώρα τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Βλέπουμε ακραίες μορφές έκφρασης, δεν άλλαξε όμως η κοινωνία. Ίσα – ίσα εγώ πιστεύω ότι τα πράγματα είναι -περιέργως πώς- υπό επιφανειακή ηρεμία. Σε σχέση με τα προβλήματα, με τις ανάγκες, με την αδικία, σε σχέση με το πόσο δύσκολα περνάει ο κόσμος. Επιφανειακά είναι και πολύ ήρεμα τα πράγματα κατά τη γνώμη μου. Και το πιο δύσκολο είναι ότι ο κόσμος δεν ξέρει γιατί όλα αυτά. Δεν έχει υπάρξει ακόμα μια πειστική απάντηση “γιατί” τα περνάμε όλα αυτά.

– Ως γονέας ανησυχείς για το παιδί σου σε τι κοινωνία θα ζει. Τι πιστεύεις πως πρέπει να αρχίσει να αλλάζει για να έρθουν καλύτερες μέρες;
– Τα πάντα θα σου έλεγα… Όλα. Για να αλλάξει αυτή η λανθασμένη νοοτροπία. Ο τρόπος που μάθαμε να ζούμε, ο τρόπος που φτιάξαμε τα πράγματα είναι εις βάρος μας. Η παιδεία, η υγεία, όλα. Και δεν λειτουργεί τίποτα. Πριν απ’ όλα εμείς οι ίδιοι, σε σχέση με αυτό που ζητάμε από την πόλη μας και την κοινωνία, τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε εμείς στο ίδιο μας το παιδί. Εμείς όλοι οι πολίτες της κοινωνίας χρειαζόμαστε καλλιέργεια…

– Η τέχνη με ποιο τρόπο μπορεί να δώσει δίοδο διαφυγής από την καθημερινότητα, τόσο στους καλλιτέχνες όσο και στους απλούς πολίτες;
– Η τέχνη είναι η μόνη δίοδος διαφυγής, γι’ αυτό κι εγώ  έγινα ηθοποιός. Την πραγματικότητα δεν την αντέχω. Νιώθω τυχερός που κάνω αυτή τη δουλειά. Και αν δεν την έκανα θα έπρεπε να βρίσκω ένα τρόπο να αλλάζω την καθημερινότητά μου, να την ομορφαίνω προκειμένου να μπορώ να την αντέξω. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι ονειροφαντασμένος ή ότι δεν ζω την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι η ζωή μου -και ευτυχώς που έχω και την άλλη ζωή για να μπορώ να αντέχω την κυρίως ζωή-. Η πραγματική μας ζωή έχει την τάση να γίνεται πολύ “πεζή” και αυτό είναι το χειρότερο ίσως κομμάτι της κρίσης της. Πάντα η πραγματικότητα ήταν μια γειωμένη κατάσταση. Αν κανείς θέλει να ζήσει κάτι το φανταστικό, μάλλον πρέπει να πάει κάπου αλλού ή να στραφεί στο ταλέντο και στην τέχνη, να γίνει ζωγράφος ή ποιητής, πλάθοντας μια άλλη πραγματικότητα, κάπου εκεί δίπλα. Αν όμως το σκεφτούμε στην καθημερινότητά μας, μπορούμε να κάνουμε τόσα πράγματα, διαβάζοντας ένα βιβλίο, βλέποντας μια παράσταση, κάνοντας μια βόλτα στην Ακρόπολη, πίνοντας μια μπύρα με φίλους. Θέλει φαντασία και απλή σκέψη.

– Πώς αντιδράς στην κριτική, είτε θετική είτε αρνητική;
– Δεν διαβάζω τις κριτικές γιατί δεν μπορώ να τις διαχειριστώ. Είτε καλές είναι, είτε κακές με επηρεάζουν. Και οι καλές κριτικές μπορούν να σε οδηγήσουν στο λάθος και οι κακές.  Έχει σημασία πότε διαβάζεις μια κριτική. Αλλιώς σε επηρεάζει όταν είσαι στο ξεκίνημα μιας παράστασης, και αλλιώς μετά από είκοσι ημέρες. Λαμβάνω σοβαρά υπόψη όμως τις κριτικές του κοινού και των δικών μου ανθρώπων.

– Η σχέση σου με το κοινό ποιά είναι;
– Με χαροποιεί πάρα πολύ όταν έρχονται και μου μιλάνε, αναπτύσσουμε μια επικοινωνία. Είναι πολύ σημαντικό ο καλλιτέχνης να είναι κοντά στο κοινό.

– Υπάρχουν ρόλοι και συνεργασίες που θα ήθελες να προσεγγίσεις στο μέλλον;
– Ποτέ μου δεν είχα επιθυμίες για ρόλους. Ήθελα να έχω συνεργασίες και ευτυχώς ήμουν τυχερός στις δουλειές που έκανα. Απλά περιμένω  το χρόνο να μου δείξει κι εγώ να διαλέξω κάποια πράγματα, που θα ήθελα να κάνω. Είμαι πάντα ανοιχτός σε νέες προτάσεις. Όπως φέτος που είναι η πρώτη φορά, που είμαι σε κάποιο “εμπορικό” θέατρο. Με πήρε ο Κωνσταντίνος (Μαρκουλάκης) και, χωρίς να σκεφτώ τίποτα, το κάναμε. Και μόνο που θα ήμουν με αυτούς τους ανθρώπους δέχτηκα αμέσως. Το ένστικτό μου και η εμπειρία μου στο χώρο, μου δείχνει τι είναι κάθε τι.

, ,